Αναπλάθω τη μέσα μου τάξη.
Το σώμα μου διασπάται σε σώμα καρυδιάς,
σε σώμα αναδυόμενης ανεμώνας.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2016, ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ (α)

Posted on 6:11 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In




Ευπροσήγορη, λυρική, Πανανθρώπινη, Οικουμενική και Συμπαντική, Αργοναυτική και Αναφαία, λογοφόρα και έπους τόκε, ομφαλέ, αξιόσκεπη, Κρηταγενή, βαθύσεπτη και πολύσεπτη, δωδεκάθεη, Επικούρεια, εύβοτρυ, αιολική, χελιδόνα.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ Ι, ΟΙ ΑΠΟΛΟΓΙΕΣ ΜΟΥ

Posted on 2:49 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In




Ένα παράδειγμα που δίνεις, πιθανό να σε τιμά αλλά και να είναι αδιάφορο στους άλλους. Όμως, υποθέτω βάσιμα - κι αυτό μου το δίδαξαν οι μαθητές μου - πως πρέπει να μένει, γιατί το μέλλον δεν ζει πάντα μαζί σου ή, με άλλα λόγια, συνεχίζεται και χωρίς εσένα με τις ελπίδες άλλων.

___

Αν το κείμενο δεν είναι ευανάγνωστο, μεγεθύνεται με ένα κλικ. Με - χωριστό - δεύτερο κλικ μεγεθύνεται κι άλλο.

ΚΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΛΕΠΤΩΝ ΗΧΩΝ

Posted on 12:39 μ.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Κι απομένει η Ποίηση

Οι κινηματογράφοι δεν διαθέτουν
πλέον παρηγοριές από Βέγγο, πλατείες
από βότσαλο και πασατέμπο.

Το μεσημεριανό περιλαμβάνει
έναν λωτό και μισό βλέμμα
και οι ερωτικές συνευρέσεις
γίνονται με χαλαρή στύση.

Χάθηκε κι ο ρεαλισμός των
συνοικιακών ζαχαροπλαστείων.

Το χιούμορ ολοκληρώνεται συνοπτικά
από δυο μπουκιές, τα χέρια διαθέτουν
μόνο δυο δάχτυλα, τα χείλη και τα
μάτια παραμένουν δυο ωστόσο,
για τη συνοφρύωση.

Φημολογείται πως η νέα κατάσταση
ενδέχεται να καθιερωθεί με Νόμο.

Κι απομένει η Ποίηση για να 
ολοκληρώσει το χαμένο δείπνο. 

                                                                      (2011)

Ο (ΑΟΡΑΤΟΣ) ΤΡΕΛΟΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΛΕΠΤΩΝ ΗΧΩΝ

Posted on 3:00 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In



Ο (αόρατος) τρελός 


…και φαινόταν τότε αιωρούμενο

εκείνο το λευκό σεντόνι που

(ασώματα) τον τύλιγε στις αόρατες

περιπλανήσεις του, κρυμμένος

καθώς ήταν μέσα στην ατομική

του συγκατάβαση.



(οι παρακαθήμενοι δεν καταλάβαιναν

τίποτε απ’ την καλπάζουσα σιωπή του)



Κι εκείνος έβαζε κι έβγαζε

διαρκώς τα δάχτυλα απ’ τ’  αφτιά του

για ν’ ακούσει αλλιώς τους ήχους,

μ’ έναν αντίλαλο που ξεπερνούσε

το δαιμόνιο του περίγυρου. Κι ύστερα

ησύχαζε μέσα στο περίβλημά του

από στοές, κινώντας το κεφάλι

με κατάφαση στον κοσμικό του λόγο,

που φαινομενικά δεν κοίταζε κανένα

έξω απ’ το δικό του κενό.



Ποτέ πριν δεν είχα βρεθεί μόνος

μαζί του. Κι ήμουν εκεί σαν να

τον περίμενα στην άκρη του δικού

μου συμπαγούς λογικού χρόνου.

Σαν να τον περίμενα να σηκώσει

ξαφνικά τ’ αριστερό του χέρι

πιέζοντας ζωηρά νότες πάνω

σε άφαντο τάστο, που τις τραβούσε

κοντά του και τις έσφιγγε

τρυφερά σαν ιερό νιογέννητο

μωρό από αγνό γάλα.



Με το δεξί του έβγαλε και μου

πέταξε απαλά ένα περίγυρο-

όμοια αόρατο καπέλλο, λες και

το πετούσε με ασίκικη κίνηση

σαν ένα είδος ανέμελης πρόκλησης

στο μέλλον, όπως ο χαρτοπαίκτης

το βαλέ παράλληλα στην πράσινη

τσόχα πριν απ’ τη νευρική του έκρηξη.



Μόνο που σ’ αυτόν η έκρηξη δεν

ερχόταν ποτέ. Μόνο ήρεμες συλλαβές

σ’ έναν κώδικα που δυσκολευόσουν

να προφέρεις, που ξαναγύριζαν με

την άκρη του στυλό μέσα του.



Κι εκείνος σταύρωνε τους αγκώνες

και χαμογελούσε αόρατα, ψιθυρίζοντας

ξανά και ξανά: «το ανθρώπινο είδος».



(κι οι παρακαθήμενοι δεν καταλάβαιναν

τίποτε απ’ το χαμόγελό του)!



                                    (Γενάρης 2010)

ΕΝΑ (ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΟ) ΕΡΩΤΗΜΑ...

Posted on 3:15 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In



Ένα (προτιμώμενο) ερώτημα, αντί (περιττού) εορτασμού. 

Κάποτε, καθώς έκλειναν τα τρία πρώτα χρόνια του Ιστολόγιου, τον Οκτώβρη του 2012, μια αγαπημένη αναγνώστρια με ρώτησε:

«κ. Τσακιράκη, πόσα βγάζετε το χρόνο απ’ την ιστοσελίδα;»

Μέσα στη γενική «συναλλαγή» αλλά και ανέχεια η ερώτηση δεν με εξέπληξε. Η απάντηση όμως, και σήμερα βέβαια, αφορά όλους .

Στο Ιστολόγιο* ρέει και συσσωρεύεται χρυσός αποκλειστικά σε ράβδους ποίησης, που διατίθενται δωρεάν. Ή, διαφορετικά, ο Ιστότοπος αυτός είναι ένας κοινός ναός χωρίς Επίτροπους και παγκάρια. Τον οικοδόμησα και τον υπηρετώ με μαρτύριο, σαν ποιητής αδιάβροχος στη διάβρωση και διάβροχος στη συναίσθηση. Δεν θ’ αφήσω τον καθαρό μου καθρέφτη να μου γυρίσει την πλάτη, δείχνοντας τον τυφλό εαυτό μου σαν ένα τερατώδες φάντασμα, και να με σημειώνει αλύπητα, ούτε θα ψαλιδίσω με αργύρια τον δικό σας και τον δικό μου ουρανό. Τα ενδύματά μου δεν τα πουλάω, έστω και εντελώς αφόρετα. Ένα βιβλίο μου (ανέκδοτα στην ουσία όλα) μπορεί. Θα ξυπνάω κάθε πρωινό μάρτυρας μιας μονομαχίας τιμής ανάμεσα σε μένα και σ’ οποιονδήποτε μικρόψυχο και μικρόνοο κερδώο μύθο.

Γιώργος Τσακιράκης Κρης

* (διαδικτυακό Ίδρυμα Ποίησης, www.idrymapoiisis-gr.eu ή http://idrymapoiisis.blogspot.com)

ΧΑΜΕΝΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΛΕΠΤΩΝ ΗΧΩΝ

Posted on 7:34 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Χαμένος Διόνυσος

Διάσχιζε πάντα διαγώνια
τον παραλιακό δρόμο πάνω
στις ίδιες συντεταγμένες,
με ακρίβεια GPS, σαν αμετακίνητη
υποτείνουσα σε ραγισμένους
καθρέφτες, όπου καλπάζουν
αφηνιασμένα άλογα δίπλα
σε επικίνδυνες ρωγμές.

Έμοιαζε με τον χαμένο,
πλην εύοσμο, Διόνυσο με
ροδαλό μάγουλο, που ολοκλήρωνε
καθημερινά τον οίστρο του
δίπλα στη λιμνοθάλασσα
με συρτά βήματα, ευθυτενές
χαμένο βλέμμα και κρυφές
εσωτερικές ελεγείες.
                    
2011

ΣΤΗ ΛΙΛΑ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Posted on 7:25 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In

 
Στη Λίλα, που ίσως κοιμάται

Και της το ’χα πει…
Απόψε μην κοιμηθείς εδώ.
Κανείς δεν θα θαυμάσει
τα πολύχρωμα πέπλα των
δρόμων που άπλωσες πάνω στο
νεκρό φορτηγό σαν ουράνια τόξα.

Και της το ’χα πει…
Απόψε μην κοιμηθείς εδώ.
Γύρω σου άπειρα χέρια ανοιχτά
κατά τη Μέκκα κι εσύ
η ενδιάμεση προδοσία τους.                                   

Στο είχα πει… Μην κοιμηθείς εδώ.
Και με κοίταζες εκστατική, σαν
μοιραίο προφήτη χωρίς Ιερουσαλήμ
που μου ιστόρησες πως θέλεις να πας.

Γύρω σου άγρια πανιά και χόρτα
χωρίς άνεμο και περιττώματα
ενός τρίτου κόσμου, αρχαίου,
διψασμένου κι αθώα επικίνδυνου.

Και στο ’χα πει… Αλλά κοιμήθηκες
μέσα σε χαμόγελο από δίψα.
και το πρωί το ψωμί σου σε
περίμενε. τα παπούτσια σου-
εκείνα τα μποτάκια από απάτητα
βήματα- έμειναν κρεμασμένα
σε σάπια μοναχικά σίδερα. το
σακκίδιό σου να κοιτάζει
αμίλητο με ορθάνοιχτα χείλη
εφτάφωτα φώτα που δεν άναψαν.

Ο νυφικός σου θάλαμος- εκείνο
το ξεχαρβαλωμένο φορτηγό
που έγειρες αταξίδευτη-
κατοικήθηκε απ’ την Περσεφόνη,
που σου ’φερε το ακριβό υφαντό
αλλά δεν σε βρήκε.

Ίσως κείνη τη νύχτα να πήρες
τη θέση της κι εκείνη σε
περίμενε ανώφελα, πλην στέλνοντας
ερινύες στην χαμένη μου αθωότητα.

2010