Αναπλάθω τη μέσα μου τάξη.
Το σώμα μου διασπάται σε σώμα καρυδιάς,
σε σώμα αναδυόμενης ανεμώνας.

ΚΡΑΤΥΝΟΥΣΑ...

Posted on 8:17 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In



κρατύνουσα, παντογεννήτρα, Κλασική και Πυθική, καλλίμορφη, κυματόεσσα, Αλεξανδρινή, λωτέ, πρωτόπλαστη, λίκνο Πανθέου, φωλεά, μνημειακή, έφηβη, εύσημη και εύφημη...

1. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, ΜΙΑ ΑΡΧΗ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Posted on 11:10 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In




1. Η ιστορία του νερού

Ο Ευγένιος, ξαπλωμένος με το στήθος πάνω στο χωμάτινο στρωσίδι του πεζοδρόμιου, άφηνε απροσδιόριστα σκεφτικός τα δάχτυλά του να παίζουν απαλά με τ' αγριόχορτα του συνοικιακού δρόμου.

-Δεν βαρέθηκες να με κοιτάς τόση ώρα ίσια στα μάτια; είπε μετά από λίγο δυνατά, μεταλλάζοντας απότομα τη βουβή αγωνία σε ομιλούσα. Ο σκύλος, μετακίνησε με υπάκουη δυσφορία το κεφάλι του αριστερότερα και το βλέμμα του, καθρεφτίζοντας το κενό, πήρε την ανταύγειά του. Το σώμα του θύμιζε τώρα ορθοκέφαλη σφίγγα που της στέρησαν την προσωπικότητα και την διάταξαν ν' αφήσει την εκφραστικότητά της.

Σα να λευτερώθηκε απ' τα δεσμά μιας ύπνωσης, το μικρό αγόρι στέριωσε το 'να του γόνατο χάμω κι ανακάθισε, με την πλάτη γυρισμένη στις τέσσερις κάθετες σανίδες της παλιάς αυλόπορτας, τις χαραγμένες αθεράπευτα απ' τ' απομύζημα του χρόνου και της βροχής.

Η σκέψη του βρέθηκε τότε να συγγενεύει με το βλέμμα του Ζακού -που συνέχιζε ν' ατενίζει ανέκφραστα τον υγρό απογευματινό ορίζοντα- κι η δεξιά του να βασανίζει ένα κομμάτι σκουριασμένο σύρμα, που' χε ξετυλιχτεί απ' το φράχτη. Του φάνηκε πως στριφογύριζε ένα απ' τα κεφάλια της λερναίας ύδρας κι η δουλειά αυτή απορρόφησε σιγά σιγά τις κινήσεις όλων του των δαχτύλων.
Δεν πρόλαβε όμως ν' αποτελειώσει το έργο του, ούτε και τα πόδια του να τον στήσουν τέλεια ορθόν. Καθώς ανασηκωνόταν με βιάση, με το' να αφτί στριμμένο και το μάγουλο κατά τον ουρανό, η παλιά του καπαρντίνα, τρομαγμένη περισσότερο απ' αυτόν, μπερδεύτηκε ανάμεσα στα ξεμουσουδωμένα του παπούτσια κι απόχτησε, κει πέρα κατά το μηρό, άλλο ένα μάτι.
- Το ξέρεις ή όχι πως πήρε κιόλας να βραδιάζει;

Η Άννυ είχε στο μεταξύ διανύσει τα δέκα πρώτα μέτρα, απ' τα εβδομήντα πάνω κάτω, που χώριζαν την κάτω αυλόπορτα απ' την γειτονική βρύση. Με το άκουσμα της φωνής σταμάτησε απότομα, και χωρίς να γυρίσει, έφερε φοβισμένη τα νύχια του αριστερού χεριού στο στόμα.
- Πάμε Άννυ. Πρέπει να προλάβουμε να γεμίσουμε τα βαρέλια. Πήρε να βραδιάζει.

Οι τελευταίες λέξεις, αν και βγήκαν αυτή τη φορά από τα χείλη του αγοριού, αντήχησαν σαν τη φοβεριστική ηχώ της φωνής και τα δυο παιδιά, σφίγγοντας δυνατά τα στρογγυλά χερούλια των νεροτενεκέδων, πλησίασαν ασυναίσθητα το ένα τ' άλλο.
- Πάμε, επανάλαβε πιο ήρεμα το αγόρι, χαμηλώνοντας το βλέμμα του στο χώμα.
                                               
Το νερό, καλωσόρισε τους καθημερινούς του συντρόφους, μ' ένα αγριεμένο τίναγμα μέσα στον άδειο κουβά, που αλαφιασμένος απ' την απρόσμενη αυτή βιαιότητα πήρε σύντομα να αισθάνεται ικανοποίηση κι ευγνωμοσύνη για το μικρό δροσερό χείμαρρο που γέμιζε την αχόρταγη κοιλιά του.

Στο σημείο αυτό, τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν, καθώς αγριάδα κι ικανοποίηση, θυμός και απελπισία, κενό και πληρότητα, φως και σούρουπο, αποφασιστικότητα κι αδράνεια, ανακάτεψαν την παράταιρη φύση τους και μάχονταν, το καθένα για λογαριασμό του, να επικρατήσουν.

- Άννυ, σκέφτομαι ποια σημασία θα' χε αν το νερό ήταν ζωντανό. Λες ν' ανασαίνει το νερό Άννυ ;
- Δεν ξέρω... Η μαμά μου ΄λεγε πως το νερό, άλλοτε είναι γκρίζο κι άλλοτε γαλάζιο.

Ο Ευγένιος έκανε μια κίνηση δυσφορίας, ενώ έσκυβε σιγά για ν' αλλάξει τη φρουρά κάτω απ' το στόμιο της βρύσης, χωρίς να διακόψει τη ροή του νερού.
 - Εμένα λίγο με νοιάζουν τα γκρίζα χρώματα, είπε. Σταμάτα επιτέλους αυτό το συνεχές ανακάτεμα του γκρίζου με το γαλάζιο. Ή διάλεξε μια και καλή το ένα απ' τα δυο.
- Η μαμά όμως...
- Καλά. Άφησε τώρα τη μητέρα ήσυχη και βοήθησε εδώ ν' αδειάσουμε λίγο νερό.

Όταν τέλειωσε κι αυτή η δουλειά, που ΄δωσε την προσωρινή αίσθηση της αλαφράδας και την αβέβαιη εγγύηση πως ρούχα και παπούτσια δεν θα μουσκεύονταν απ' το πάνω κάτω των παιδικών χεριών, που δεν μπορούσαν να συγχρονιστούν και να ισορροπήσουν τη στάθμη πριν ισορροπήσει από μόνη της χύνοντας το περίσσευμα πάνω τους, έβαλαν στη μέση τον ένα κουβά, πήραν θέση δεξιά κι αριστερά και σηκώνοντας το τριπλό βάρος ξεκίνησαν, στην αρχή ορθόκορμα κι ύστερα από λίγο καμπουριαστά και γερτά, το πρώτο δρομολόγιο για το μεγάλο βαρέλι, κουτσαίνοντας και σπρώχνοντας καθένα το ακρινό του βάρος με το πόδι. Οι λαχανιαστές ανάσες, που άρχιζαν συνήθως μετά το τρίτο δρομολόγιο και συνεχίζονταν μέχρι το έβδομο ή το ένατο, δεν εμπόδιζαν τον Ευγένιο να κλωτσάει με το πλάι του ποδιού τα μικροβότσαλα του μικρού και ανώμαλου ανηφορικού στενού, που σταματούσαν στη μέση κάποιας λακκούβας ή στην κορφή των φαλακρών βράχων κι ετοίμαζαν κάθε φορά μια επικίνδυνη παγίδα για τ' ασταθή του βήματα. Συχνά τα μικροσκοπικά αυτά διαβολάκια τρύπωναν, για να τον εκδικηθούν, μέσα στο ανοιχτό στόμα των παπουτσιών του κι όταν εκείνος πατούσε ξανά, τον ανάγκαζαν να τιναχτεί με μια πονεμένη κραυγή και να σταματήσει την πορεία, για να λυτρωθεί. Η Άννυ περιοριζόταν τις στιγμές αυτές να συγκεντρώνει το βλέμμα της στη σκηνή και να παρακολουθεί όρθια και ανέκφραστη ή ν' απλώνει αμήχανα το χέρι της, να κόβει μερικά χωνάκια απ' την γειτονική περίφραξη και να τα ρουφάει σαν τη μέλισσα.

(μέχρις εδώ σήμερα...πεζά. παρακαλώ να θυμάστε. δεν είμαι πεζογράφος) 

ΠΡΙΝ ΑΠΟ..., ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΩΡΙΜΕΣ (ΟΠΤΙΚΕΣ) ΜΝΗΜΕΣ

Posted on 1:55 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Πριν από 62 περίπου χρόνια. Ήμουν τότε ο πιο κοντός της αρσενικής παρέας... Το καροτσάκι αργότερα το γέμισα με όνειρα. Κάποια στην πορεία έπεσαν. Κάποια αγωνίζονται να κρατηθούν ακόμα. Τα πιο ουσιαστικά συνεχίζουν μαζί μου...Τι να την κάνω περισσότερη ελπίδα.

ΚΑΡΤΕΡΟΘΥΜΗ...ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Posted on 12:20 μ.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


καρτερόθυμη, αναγεννώμενη και αναθάλλουσα,  νέκταρ αποστάζουσα, Μακεδονική, φιλόσοφη και φιλοσοφική, αγλαόθυμη, αστείρευτη, Έαρ, Χειρώνεια, Επική, ηλιοβολούσα και ηλιοθάλλουσα...

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ...

Posted on 11:00 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Η κοινωνική ποίηση, διάβασα κάπου, είναι δίκοπο μαχαίρι. Ενδιαφέρον. Αρκεί το μαχαίρι να κόβει καλά και από τις δυο όψεις.

ΠΟΤΕ ΜΗ ΧΡΕΩΝΕΙΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ...

Posted on 1:07 μ.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In



Ποτέ μη χρεώνεις το ποίημα με μηδενικές αποχρώσεις και συμπυκνωμένα κενά. Ειλικρινά θα εκπλαγεί σα να του διηγείσαι ιστορίες καθιερωμένης τρέλας αποσιωπώντας την ηδίστη Μοίρα και τους κύκλους που αυτό λέει: Α! Τι όμορφοι που είναι! Τι παράλληλοι! Πότε θα τρέξω στην ακτή να σβηστώ!



ΑΜΒΡΟΣΙΑ..., ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Posted on 9:54 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Σμύρνο, θεραπεύουσα, αμβροσία, εσθλή, ποντοταξίδευτη και ποντοπλάνητη, θεογέννητη και θεογεννήτρα, ιμερόφωνη και ιμερογέννητη, αοιδέ, εύδοξη και πολύδοξη, χρυσοφόρα και χρυσοκάλυκη...