Αναπλάθω τη μέσα μου τάξη.
Το σώμα μου διασπάται σε σώμα καρυδιάς,
σε σώμα αναδυόμενης ανεμώνας.

ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ

Posted on 1:32 μ.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In





Αισθήματα της ομίχλης

Φίλο μου καλό θα 'θελα
να σε λέω, μα δαίδαλος ήσουν
των αισθημάτων της ομίχλης
(αλέκτορος λοφιοδίφου υπηρέτης).

Εγώ πορεύομαι χωρίς αγήματα
και λόγχες, χαμένος μέσα σε
κοτσυφιών φωλιές και λόχμες
και πέταλα από λάβα Σαντορίνης.

Δεν με δονούν οι τεθλασμένες
παραισθήσεις, η τεθλασμένη
παραπλάνηση. Να μεστωθώ ζητώ
και να μεστώσω κάτω από βροχές
κριθάρινες.

ΑΙΓΑΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΡΩΙΚΗ...

Posted on 7:41 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Αιγαιακή και Τρωική, αειφόρα,  τραγωδέ, τραγική και τραγωδιακή, κοσμοπλάνητα, κοσμοπερίβλητη και κοσμοπερίβλεπτη, αειτρύφερη, μυθική, γλυκύθυμη και πραΰθυμη, νοσταλγική, ακταία, πολιτισμική και μνημειακή, ψυχοτρόφε, εωθινή και εωσ-φόρα, περικόσμητη, ναυτίλε ονειροκύματη, μυροφόρα, μυροβολούσα και μυρορρέουσα, ευωδία γλυκάμπελη, υψηλόνοη και σαγηνευτική, αγρυπνούσα και αειλάμπουσα, πορφύρα, ποιητική, Ψαλμέ...

(αρώματα Προπυλαίων από ανθώνα πλούσιο που "ανθεί και φέρει κι άλλο").

ΟΛΗ ΣΟΥ Η ΠΟΡΕΙΑ

0

Posted on 1:32 μ.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In

Όλη σου η πορεία ξεκινάει από τις χαρακιές των χεριών σου. Ονειρέψου τις να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν όλο και μακρύτερα. Σύντομα δεν θα μπορείς να δεις την τεράστια παλάμη σου∙ θα γίνεις πολύ μικρός για κείνην, κι έτσι πρέπει να μεγαλώνεις, να μεγαλώνεις ολοένα περισσότερο και το βλέμμα σου, γιατί μ’ ένα μικρό βλέμμα τίποτε δεν μπορείς να δεις ή να περιγράψεις, ούτε φυσικά την παλάμη σου. Μα ούτε κι αυτό φτάνει. Μεγάλες χαρακιές και μεγάλο βλέμμα και μεγάλη καρδιά πάνε αντάμα. Κι όλα αυτά μικρά για τίποτε δεν φτάνουν παρά μόνο για το πηγάδι σου και για την απώλειά σου. Την θέλεις αυτήν για σένα;


Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ...

Posted on 6:32 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Γράφετε τρελά πράγματα, είπες, εσείς οι ποιητές. Είναι αλήθεια πως δεν το είχα φανταστεί μέσα στο δικό μου λογικό χρόνο. Σε περιμένω, λοιπόν, στην είσοδο, να φιλοξενηθείς για λίγο μέσα σ' αυτή την παράνοια. Δε θα θελήσεις να λογικευτείς ποτέ ξανά.

ΜΕ ΠΕΡΙΕΠΤΥΞΕ...

Posted on 12:34 μ.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In


Με περιέπτυξε μια ερωτευμένη σελίδα. Ό,τι συμβεί θα μείνει μεταξύ μας.

2. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝ, ΜΙΑ ΑΡΧΗ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Posted on 10:34 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In



2. Η ιστορία των περιστεριών

Το πρώτο νυχτερινό άστρο συναντήθηκε με μια σταγόνα βροχής, που ΄ρθε με τη σειρά της να κολυμπήσει ακριβώς στη μέση της νερένιας και γεμάτης με μουντά υπερφυσικά είδωλα κηλίδας, της απλωμένης ανάμεσα στις σκιές, φιλοξενούμενους που τους δεχόταν αδιαμαρτύρητα περιμένοντας την αργή αναχώρησή τους, για ν' αρχίσει τον υπαίθριο ύπνο της.

Το είδωλο του Ευγένιου, σκυθρωπό και άτονο, είχε κρεμάσει τον εαυτό του απ' την πραγματικότητα και, κάθε φορά που οι σταγόνες της βροχής το ταλάντευαν παιχνιδιάρικα, προσπαθούσε να ξαγκιστρωθεί ή να διώξει την κούραση απ' το πρόσωπο του παιδιού και να του μεταδώσει την εικονική ζωντάνια του.
Το αγόρι, ακίνητο πάνω απ' το νερό που συνέχιζε τον κελαρυστό χορό του, ακολούθησε με τα βλέμμα τους κύκλους των περιστεριών στον ουρανό κι ύστερα ακούμπησε μαζί τους νοερά στον χορτόλιθο που τα δεχόταν, πριν βρεθούν μ' ένα σίγουρο πήδημα μπροστά στις φωλιές τους κι ύστερα, μ' ένα γουργουρητό, στον κόρφο των νεοσσών.
Καμιά φορά, όταν εύρισκε την ευκαιρία να ξεγλιστρήσει, έτρεχε κατά τα βορινά τής αυλής που ήταν συχνά-για κακή τύχη δική του και της Άννυ -στρωμένη μ' ένα παχύ στρώμα τσιμεντόσκονης, έτοιμης να καταπιεί κάθε φορά μέχρι και είκοσι κουβάδες για να καθαρίσει απ' τ' απόβλητα του κοντινού τσιμεντάδικου. Εκεί, άρπαζε τα δυο σαπισμένα δοκάρια που ξεπρόβαλλαν απ' την πλιθένια κατοικία των φτερωτών του φίλων, στερέωνε το' να του πόδι σε μια τρύπα ανάμεσα στις πλίθες και σερνόταν με δύναμη πάνω στην ετοιμόρροπη γερτή οροφή, τη σκεπασμένη με σαπισμένες λαμαρίνες, πισσόχαρτο και σπασμένα κεραμίδια, απ' όπου κινδύνευε κάθε λεπτό να βρεθεί στο κενό.
Το ενδεχόμενο αυτό δεν απασχόλησε ποτέ τον Ευγένιο μέσα στην αυτοπεποίθηση των δέκα του χρόνων, καθώς γονατίζοντας κει πάνω δεχόταν τους φτερωτούς του φίλους που στριφογύριζαν για λίγο στην παλάμη του πριν τον καληνυχτίσουν. Ούτε όταν, ξαπλωμένος πάνω στα σάπια δοκάρια, με το κεφάλι στον κατήφορο, προσπαθούσε να πάρει απ' την Άννυ τα ψίχουλα που εκείνη μάζευε για μέρες κι ήθελε έτσι μόνο να του τα δίνει, ανεβασμένη σε δυο τσιμεντόλιθους που τους ξανατοποθετούσε κάθε φορά και στη συνέχεια στις μύτες των ποδιών της. 'Η όταν, στην ίδια αυτή στάση παρακολουθούσε τους φτερωτούς πρίγκιπες να μπαινοβγαίνουν απ' το άνοιγμα που ΄βλεπε στον δρόμο και σηκωνόταν ύστερα επικίνδυνα ζαλισμένος.

Η Άννυ, πέρασε με μια βιαστική κίνηση μπροστά απ' τον ονειροπαρμένο αδελφό της κι έκλεισε το νερό, που είχε ξεχειλίσει. Για μερικά δευτερόλεπτα, περίμενε ακίνητη να κάνει εκείνος την επόμενη κίνηση και σαν απελπίστηκε πήρε να τον σκουντάει στον ώμο.
- Ευγένιε... δεν ακούς; Αργήσαμε. Αύριο είναι Κυριακή και φαίνεται πως θα βρέχει.

Το σύντομο μετεωρολογικό δελτίο που ανακοίνωσε προφητικά η Άννυ, σε συνδυασμό με την αναγγελία της Κυριακής κι απ' την άλλη το θυμωμένο επιστατικό βλέμμα που το ΄νιωθε κιόλας καρφωμένο πάνω του, ξανάφεραν τον Ευγένιο στο παρόν.

Μ’ ένα ανάμεικτο συναίσθημα χαράς και φόβου κλώτσησε με δύναμη, για λογαριασμό της πρώτης, το ρυάκι του νερού απομουσκεύοντας μέσα στο τρύπιο παπούτσι το ξεκάλτσωτο πόδι του κι έσφιξε, για λογαριασμό του δεύτερου, τα δυο χερούλια, ξεκινώντας δυναμικά την τελευταία ανάβαση στην ανηφοριά.

Η  Άννυ, που σαν έμεινε μόνη μέσα στο μισόφωτο προσπάθησε να φανεί το ίδιο δυναμική, εγκατάλειψε σύντομα τη φιλόδοξη προσπάθεια, μπαταρισμένη απ' το φορτίο που της σημάδευε τον αστράγαλο και περιορίστηκε στην πολύτιμη συντροφιά της φωνής του αδελφού της, που προχωρούσε πεισματικά, μετρώντας την απόσταση, κλωτσώντας τις πέτρες, σκαμπανεβάζοντας σα σκούνα σε τρικυμία το σώμα του κι επαναλαμβάνοντας σε κάθε κίνηση ρυθμικά τις λέξεις «η βροχή, το νερό, η γιορτή, τα περιστέρια, η βροχή, το νερό, η γιορτή, τα περιστέρια».

Δεν είχε προλάβει να συνειδητοποιήσει κι η ίδια το νόημα αυτών των φαινομενικά ασύνδετων λέξεων, όταν άκουσε τον πρώτο γδούπο, ύστερα τον δεύτερο και τέλος την πονεμένη κραυγή, που την έκανε να ξαγκιστρώσει το σώμα της απ' την απολίθωση . Το μικρό αγόρι, μη μπορώντας να αντλήσει περισσότερη δύναμη απ' τον αυτοσχέδιο στίχο του κι εξουθενωμένο απ' το βάρος του φορτίου του, είχε προσαράξει στα ρηχά μιας λακκούβας, που δεχόταν μ' ευχαρίστηση το κόκκινο ρυάκι που ξεκινούσε απ' το κεφάλι του. Την ίδια στιγμή, μια παραπαίουσα ψηλόλιγνη σκιά ξεκόλλησε απ' το ξεχαρβαλωμένο ξύλινο πορτόνι, που οι μπογιές του είχαν ανοίξει σαν απελπισμένα ξερά φύλλα απέναντι στον ήλιο. Δυο δασωμένα χέρια άρπαξαν τους άδειους πια κουβάδες κι η φωνή ακούστηκε βαριά.

- Μαζευτείτε πάνω και θα τα πούμε!

- … Άννυ, τι σου έλεγε η μητέρα για το νερό; ρώτησε ο Ευγένιος προσπαθώντας να ισορροπήσει και πάλι.
           
- Πως άλλοτε είναι γκρίζο κι άλλοτε γαλάζιο.

 -Καλά, πάμε. Και πιάνοντάς την απ' το χέρι, προχώρησε μαζί της διστακτικά προς το σπίτι.

ΘΕΤΙΔΑ ΚΑΙ ΘΕΜΙΔΑ...

Posted on 8:33 π.μ. | By Γιώργος Τσακιράκης | In



Θέτιδα και Θέμιδα, κύκνε, Άσμα Ασμάτων, ευσήμαντη και πολυσήμαντη, βίβλε, πνευματοβίωτη, πνευματογόνα και πνευματοπλάνα, Διονυσιακή,  υπέρτατη Μούσα, Ικάρια, Κρητική και Ιονία, Ελικωνιάδα και Παρνασσίδα...



Αρώματα Προπυλαίων από ανθώνα πλούσιο που "ανθεί και φέρει κι άλλο.

_____

("Τα άνθη του καλού για μια Πατρίδα" δεν τα καταχωρώ σαν ποίηση).